Κεντρικές Ομιλίες (Keynotes)

THE EMPIRICAL STATUS OF METACOGNITIVE THEORY AND THERAPY OF DEPRESSION

Dr Costas Papageorgiou
Consultant Clinical Psychologist
The Priory Hospital Altrincham, UK


CBT for depression is one of the most effective interventions for this common and disabling problem. However, a significant proportion of individuals treated with CBT do not fully recover or they relapse and experience recurrences of depression. Therefore, given the nature, prevalence, and consequences of depression, it is important to maximise therapeutic effectiveness. To achieve this, interventions should target core psychological processes implicated in the onset, maintenance, and recurrence of depression. One such process is persistent, recyclic, negative thinking, in the form of rumination (Papageorgiou & Wells, 2004). Knowledge of the mechanisms associated with the initiation and perpetuation of rumination in depression can assist us in enhancing further our understanding of depression, and importantly, maximising the effectiveness of current psychological interventions. Papageorgiou and Wells (2003, 2004) tested a clinical metacognitive model of rumination and depression. In this model, positive metacognitive beliefs about rumination motivate individuals to engage in sustained rumination. Once rumination is activated, individuals may appraise this process as both uncontrollable and harmful and likely to lead to negative interpersonal and social consequences. The activation of negative metacognitive beliefs about rumination contributes to the experience of depression. This model has contributed to the development of metacognitve therapy for rumination and depression (Wells, 2009; Wells & Papageorgiou, 2004). In this keynote presentation, cross-sectional and prospective studies supporting the role of metacognition in depressive rumination will be presented together with treatment data attesting to the effectiveness of metacognitive therapy for rumination and depression in both individual and group formats

Η ΑΠΕΙΛΗ ΤΟΥ "ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΥ" (ΝΕΟΥ)

Γιάννης Γ. Παπακώστας

Καθηγητής Ψυχιατρικής

Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών

 

Έρχεται συχνά ένας καιρός που μια θεωρία (συμπεριλαμβανομένης και ψυχολογικής) βασιζεται σε απόψεις για τον κόσμο που δεν ταιριάζει με τις απόψεις για τον κόσμο μιας άλλης προγενεστερης θεωρίας. Οι νέες απόψεις πηγάζουν από την ανάγκη βελτίωσης αλλά και ανανέωσης των παλαιών, με τις αναπόφευκτες τριβές μεταξύ τους, που εκκινούν από τις προσπάθειες να βρεθεί μια ισορροπία μεταξύ αυτών των "ανταγωσιστικών" τάσεων: Από τη μια υπάρχει η πιεστική ανάγκη να προφυλαχτεί η "ορθοδοξία" και να διατηρηθεί ένα συνεκτικό σώμα γνώσης και από την άλλη μια σταθερή απαίτηση να γίνει αντιληπτή η σχετική ανεπάρκεια των παλαιών μεθόδων και η ανάγκη "ανανέωση" τους, ενίοτε σε βαθμό που δύσκολα αναγνωρίζεται η συγγένεια παλιού -κανούργιου. Στο πλαίσιο αυτό, αναφερόμαστε στην ένταση μεταξύ της παραδοσιακής (tranditional) γνωσιακής -συμπεριφερολογίας (t CBT) και των πρόσφατωνς (recent) θεραπειών (rCBT ), των (αυτο) αποκληθέντων "τρίτο κύμα" ή "τρίτη γενεά"
Η γνωστή κριτική κατά της t CBT - πλην της περιορισμένης αποτελεσματικότητας (τα 2/3 περίπου των ασθενών)- αναφέρεται κυρίως στην εμμονή της στο περιεχόμενο των γνωσιών, ενώ άλλες σπουδαίες πλευρές των γνωσιών, όπως μηρυκασμός, νοσηρή ανησυχία, υπολείπονται. Μερικοί μάλιστα (όπως ο Hayes με τη θεραπεία του Acceptance and Commitent Therapy, ή ACT ) δεν προπαθούν καν να τροποποιήσουν τις γνωσίες -μια βασική tCBT αρχή- με κύριο σκεπτικό ότι η αντιμετώπισή τους ευνοεί την αποφευκτική συμπεριφορά.


Από την άλλη, η κριτική κατά των rCBT είναι ότι δεν επαναπαύονται σε μια βασική αρχή, έχουν μυστικές- ανατολικές ρίζες με βασικές έννοιες ερευνητικά δυσπρόσιτες (όπως λχ mindfulness, που χαρακτηρίστηκε ως ineffable=άρρητο), αδιαφορία στον ατομικό παράγοντα (πχ γεννετικός), ενώ έχει ένα πολύ λίγο παρελθόν για τις εμπειρικές (κλινικές) τους κατοχυρώσεις.


Η παρούσα διάλεξη είναι μια προσπάθεια να σκιαγραφηθούν τα κύρια χαρακτηριστικά των δύο προσεγγίσεων (αποκλείσεις), αλλά και να μειωθεί η αίσθηση της απειλής της "διαφορετικότητας" που εισάγουν (συγκλίσεις)

COGNITIVE REAPPRAISAL INTERVENTION FOR SUICIDE PREVENTION (CRISP) IN HOSPITALIZED MIDDLE AGED AND OLDER ADULTS

Dimitris N. Kiosses, Ph.D.
Associate Professor of Psychology in Clinical Psychiatry,
Weill Cornell Medicine

Summary: Suicide rates in middle-aged and older adults are alarmingly high. Patients hospitalized following acute suicidal ideation or attempt are at high suicide risk during the early post-discharge period, especially within the first 3-months after discharge.
Suicidal ideation and behavior may be conceptualized as failed attempts to regulate emotions. Therefore, by improving cognitive reappraisal, a well-documented and effective emotion regulation strategy, we expect to reduce suicide risk. We will present the development and pilot testing of CRISP (cognitive reappraisal intervention for suicide prevention), a cognitive behavior intervention for middle-aged and older adults discharged after a suicide-related hospitalization. The intervention identifies triggers of negative emotions that are associated with suicidal ideation and suicide attempt and develops simplified, easy to use cognitive reappraisal techniques to reduce these negative emotions. The intervention employs environmental adaptations/aids to assist patients in utilizing cognitive reappraisal techniques between sessions (WellPATH personalized tablet app, written step-by-step plan, phone calls). We will describe the main aspects of the intervention and preliminary data.